ἐφέσιμος

ἐφέσιμος δίκη, , suit
A in which there was the right of ἔφεσις or appeal to another court, Poll.8.62, Gal.10.19, Luc.Pr.Im.15;

γνῶσις ἐ. D. 7.9

;

κρίσις Arist.Ath.45.2

;

τὰ ἐ. D.C.52.33

.
II ([etym.] ἐφίεμαι) accessible,

μὴ πᾶσιν ἀλλ' ἑνὶ τὴν ἀρχὴν ἐ. εἶναι J.AJ19.4.3

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐφέσιμος — in which there was the right of fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εφέσιμος — η, ο (Α ἐφέσιμος, ον) [έφεσις] 1. αυτός που υπόκειται σε έφεση 2. φρ. «εφέσιμη απόφαση» η απόφαση που μπορεί να εφεσιβληθεί αρχ. προσιτός …   Dictionary of Greek

  • εφέσιμος — η, ο βλ. εφεσίβλητος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐφεσίμου — ἐφέσιμος in which there was the right of fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεσίμους — ἐφέσιμος in which there was the right of fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφεσίμων — ἐφέσιμος in which there was the right of fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέσιμοι — ἐφέσιμος in which there was the right of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐφέσιμον — ἐφέσιμος in which there was the right of fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιτήσιμος — η, ο (Α διαιτήσιμος, ον) (για διαφορές) αυτός που μπορεί να επιλυθεί με διαιτησία, αυτός που επιδέχεται διαιτησία αρχ. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον διαιτητή ή στη διαιτησία. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθανότερη θεωρείται η απευθείας παραγωγή τού επιθ. από… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.